Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2008

Διδάκτωρ Φιλοσοφικής του Πανεπιστημίου Αθηνών ο αγωνιστής Μανώλης Γλέζος

Την Τετάρτη 23 Ιανουαρίου, ώρα 19.00, στη Μεγάλη Αίθουσα Τελετών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, θα αναγορευθεί επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ο κ. Μανώλης Γλέζος, που 19χρονο παλικάρι, κατέβασε στις 30 Μαΐου 1941, μαζί με τον Απόστολο Σάντα τη γερμανική σημαία με τη σβάστικα από τον Ιερό Βράχο της Ακροπόλεως – πράξη ηρωική και συμβολική του κυρίαρχου πνεύματος για ελευθερία στην Κατοχή.
Δημοσιογράφος, με πτυχίο Οικονομικών, που ήταν σπάνιο στην εποχή του, υπεράσπισε τις αρχές και τα ιδεώδη του στον χώρο της πολιτικής ως βουλευτής Αθηνών της ΕΔΑ και από το 1981 βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, στη συνέχεια, ανεξάρτητος, ως εκπρόσωπος της ΕΔΑ, μετά ευρωβουλευτής και βουλευτής Β΄ Πειραιώς με το ΠΑΣΟΚ. Τον Ιανουάριο 1987 παραιτήθηκε από βουλευτής Πειραιώς και έγινε πρόεδρος κοινότητος Απειράνθου Νάξου, της ιδιαιτέρας του πατρίδας. Αυτόν τον υπέροχο, στη μορφή και στα «πιστεύω» του Ελληνα, θα τιμήσει το Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπως μας γνωστοποιεί η πρόσκληση του πρύτανη κ. Χρήστου Ν. Κίττα, ο οποίος και θα τον προσφωνήσει. Το έργο του τιμώμενου θα παρουσιάσει η καθηγήτρια Γλωσσολογίας του Τμήματος Φιλολογίας κ. Αμαλία Μόζερ. Θα επακολουθήσει η τιμητική τελετή με αναγόρευση του τιμωμένου.
Τα κείμενα του ψηφίσματος του Τμήματος, της αναγόρευσης και του Διδακτορικού Διπλώματος θα αναγνώσει ο πρόεδρος του Τμήματος Φιλολογίας καθηγητής κ. Ανδρέας Ι. Βοσκός, την περιένδυση με την τήβεννο της Σχολής θα κάνει η κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής καθηγήτρια κ. Μαρίκα Μ. Θωμαδάκη. Η ωραία τελετή μιας οφειλόμενης τιμής κλείνει με την ομιλία του κ. Μανώλη Γλέζου, με θέμα «Γλώσσα και Πολιτική».

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2007

Μηνύματα από το παρόν για το μέλλον

Σίγουρα όλοι μας ακούσαμε τις προηγούμενες ημέρες για τα εκτεταμένα (για μια ακόμη φορά) επεισόδια στο Παρίσι. Την προηγούμενη Πέμπτη στο λιμάνι της Πάτρας είχαμε ανάλογα επεισόδια. Οπωσδήποτε τα τελευταία δεν έχουν το ειδικό βάρος αυτών της Γαλλίας όμως ίσως είναι ενδεικτικά για το τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον αν δε ληφθούν μέτρα. Δεν θα πρέπει επίσης να ξεχνάμε τις δηλώσεις του δημάρχου Αθηναίων κ. Ν. Κακλαμάνη ο οποίος προειδοποίησε ότι αν δεν ενεργήσει η πολιτεία εγκαίρως η Αθήνα κινδυνεύει να αντιμετωπίσει φαινόμενα ανάλογα με αυτά που αντιμετωπίζει τα τελευταία δύο χρόνια η Πόλη του Φωτός. Τούτες τις μέρες όμως είχαμε και ένα άλλο θλιβερό και συνάμα εξοργιστικό γεγονός. Αυτό δεν είναι άλλο από το κατεστραμμένο σχολείο στο κέντρο της Αθήνας. Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία στο συγκεκριμένο περιστατικό είναι ότι το σχολείο κατελήφθη και από αλλοδαπούς οι οποίοι κατέβασαν την ελληνική σημαία από τον ιστό της και ανέβασαν την σημαία της χώρας τους.(στο θέμα αυτό αναφέρθηκε ο Χ. Λαζαρίδης στον Ε. Τ.). Εδώ εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος εαν πλέον το ελληνικό κράτος έχει χάσει τον έλεγχο και αδυνατεί να επιβάλει την τάξη.
Αυτό που έχει καταστεί σαφές τα τελευταία χρόνια είναι ότι στην ελληνική κοινωνία έχει εμπεδωθεί ένα αίσθημα ανασφάλειας. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι βέβαια μόνο ελληνικό αλλά εμφανίζεται ακόμη εντονότερο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπου πλέον αποτελεί κομβικό σημείο συζήτησης στις εκλογικές αναμετρήσεις (βλ. Γαλλία, Ελβετία, Δανία, Νορβηγία). Έστω και αν η κατάσταση δεν έχει φθάσει ακόμα στο απροχώρητο απαιτούνται συγκεκριμένες και καθαρές λύσεις από την κυβέρνηση στην οποία εντέλει ανήκει και η ευθύνη για τη νομοθεσία και την επιβολή της τάξης. Δυστυχώς η ΝΔ από τότε που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας ελάχιστα πράγματα έχει κάνει προς αυτή την κατεύθυνση. Όπως και στο θέμα του βιβλίου της Ιστορίας δείχνει να είναι όμηρος της πολιτικής ορθότητας (της μεγαλύτερης ασθένειας της εποχής μας) και των ιδεολογημάτων της Αριστεράς, μιας Αριστεράς πλήρως αναξιόπιστης στο θέμα αυτό.(ενδεικτικό είναι ότι κατά τη διάρκεια των επεισοδίων της Πάτρας μέλη ακροαριστερών ομάδων συμμετείχαν υπέρ αυτών που τα προκάλεσαν). Όμως το πρόβλημα δεν μπορεί να περιμένει. Η ΝΔ μπορεί να δώσει λύσεις αρκεί να το θελήσει. Λύσεις οι οποίες θα απορρέουν από τη δική της ιδεολογία και όχι των αντιπάλων. Άλλωστε το να προσπαθείς να είσαι αρεστός στους αντιπάλους σου κατάλαβε πολύ καλά τι σημαίνει η πρώην Υπουργός Παιδείας κ. Γιαννάκου η οποία στις δημοσκοπήσεις ήταν περισσότερο δημοφιλής στους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ παρά σε αυτούς της ΝΔ. Το αποτέλεσμα πιστεύω είναι σε όλους γνωστό. Ας κάνει λοιπόν η κυβέρνηση το χρέος της, να νομοθετήσει και να επιβάλει την τάξη. Για να μην έχουμε ακόμη πιο άσχημα μηνύματα..

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2007

Παβλοφικές αντιδράσεις για το Μακεδονικό

του Σταύρου Λυγερού

Εάν ο Κ. Καραμανλής είχε αποδεχθεί την ένταξη στο ΝΑΤΟ με την προσωρινή ονομασία ΠΓΔΜ, η Ελλάδα θα είχε εγκαταλείψει το μοναδικό όπλο της για να πειθαναγκάσει τα Σκόπια. Η ειρωνεία είναι ότι ενώ θα είχε διαπράξει ένα διά παραλείψεως εθνικό έγκλημα, δεν θα είχε αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα ούτε από την αντιπολίτευση ούτε στο εσωτερικό της Ν.Δ. Το ΛΑΟΣ θα «ανέβει στα κεραμίδια» έτσι κι αλλώς. Τα υπόλοιπα κόμματα θα περνούσαν την υπόθεση στο «ντούκου». Οσο για τους μακεδονομάχους «γαλάζιους» βουλευτές, αυτοί αντιδρούν σχεδόν παβλοφικά κι όχι πολιτικά. Επειδή πρακτικά το δίλημμα είναι ή σύνθετη ονομασία ή σκέτο «Μακεδονία», όποιος απορρίπτει το πρώτο εξ αντικειμένου εργάζεται υπέρ του δεύτερου.
Το εθνικό θέμα είχε εξαρχής εγκλωβιστεί στη μέγγενη δύο λανθασμένων και αντιπαραγωγικών γραμμών. Από τη μία ήταν ότι το όνομα δεν έχει και πολύ σημασία. Από την άλλη το «ούτε Μακεδονία ούτε παράγωγα». Το εθνικό ζητούμενο, όμως, είναι να ακυρωθεί η κρατική ιδεολογία των Σκοπίων περί «διαμελισμένης μακεδονικής πατρίδας». Η Μακεδονία δεν είναι πατρίδα ενός έθνους. Ηταν και παραμένει μία πολυεθνική περιοχή. Υπάρχει σλαβομακεδονικό, αλλά όχι μακεδονικό έθνος. Υπάρχει σλαβομακεδονική, αλλά όχι μακεδονική γλώσσα.
Η προσπάθεια των Σλαβομακεδόνων (στη συντριπτική πλειοψηφία τους ζουν στην ΠΓΔΜ) να οικειοποιηθούν τον όρο Μακεδονία δεν είναι καθόλου αθώα. Υποδηλώνει επεκτατική πρόθεση. Είναι η προσπάθεια ενός Μέρους να εμφανισθεί σαν Ολο. Είναι σαν η Ελλάδα να αποφάσιζε ότι εφεξής θα ονομάζεται Ευρώπη! Είναι κι αυτή μέρος της Ευρώπης, αλλά δεν είναι η Ευρώπη.
Το ζήτημα δεν είναι εάν η Αθήνα θα αποδεχθεί μία οποιαδήποτε σύνθετη ονομασία. Είναι να επιβληθεί η σύνθετη ονομασία, που απεικονίζει την πραγματικότητα. Η ύπαρξη αλβανικής κοινότητας στην ΠΓΔΜ δεν επιτρέπει να χρησιμοποιηθεί ως μόνιμη ονομασία ένας εθνογεωγραφικός όρος, όπως Σλαβομακεδονία. Για να ακυρωθεί το ιδεολόγημα του Μακεδονισμού, το όνομα πρέπει να είναι ένας αμιγώς γεωγραφικός όρος, όπως Ανω Μακεδονία (Γκορναματσεντόνια). Ακριβώς επειδή αυτή η ονομασία αντανακλά με ακρίβεια την πραγματικότητα, ουσιαστικά δεν αποτελεί συμβιβασμό ούτε για τους Ελληνες ούτε για τους Σλαβομακεδόνες. Εάν η Αθήνα είχε συνοδεύσει την απειλή άσκησης βέτο με μία τέτοια πρόταση για το οριστικό όνομα της ΠΓΔΜ, η πολιτική της θα είχε μεγαλύτερη απήχηση στη διεθνή κοινότητα.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε την Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2007 στην Καθημερινή

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2007

Τι (δεν) είδα στο Εθνικό Συμβούλιο

Σάββατο βράδυ και ο απανταχού ελληνισμός είναι καθηλωμένος στην τηλεόραση προκειμένου να παρακολουθήσει τα τεκταινόμενα στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ. Οι βραδυνές βόλτες έχουν πάει περίπατο, εξάλλου αυτό που συμβαίνει από τις 16 Σεπτεμβρίου και εξής είναι «μείζονος» «εθνικής» σημασίας.
Και οι τρεις αρχηγίσκοι αισθάνονται βαρύ το φορτίο στους ώμους τους. Τα μαχαίρια έχουν βγει εδώ και καιρό και αν και οι υποψήφιοι είναι τρεις, δύο είναι ουσιαστικά τα ερωτήματα:
Μπορεί το ΠΑΣΟΚ να μείνει ενιαίο;
Μπορεί το ΠΑΣΟΚ να εκφράσει μια συγκεκριμένη και στιβαρή πολιτική θέση για τα προβλήματα της Ελλάδας και του ελληνισμού;
Το πού θα βρίσκεται πολιτικά η θέση που θα προκύψει από αυτές τις διαδικασίες ίσως έχει λίγη σημασία. Στο κάτω-κάτω αναφερόμαστε στο κόμμα που εκφράζει καλύτερα από όλα τα υπόλοιπα τον πολιτικό χαμελαιοντισμο. Το αποτέλεσμα των πρόσφατων βουλευτικών εκλογών είναι σαφές. Η κοινωνία θέλει από το ΠΑΣΟΚ να αλλάξει. Το πώς, με ποια πρόσωπα και προς ποια κατεύθυνση, το αν το έκανε σωστά ή πάλι κατέφυγε σε μέσες λύσεις θα είναι αντικείμενο κριτικής στο μέλλον.
Εθνικό Συμβούλιο λοιπόν και το σκηνικό ίδιο και απαράλλαχτο για μια ακόμα φορά.
Εντός της αιθούσης παράλληλοι μονόλογοι και κατηγορίες προς όλες τις κατευθύνσεις:
Ο απολογισμός της τριετούς διαχείρισης της ηγεσίας του Κινήματος από τον Γεώργιο Παπανδρέου jr. έχει σαν πρόλογο, κύριο θέμα και επίλογο ότι για το 38% της 16ης Σεπτεμβρίου φταίει το περιβάλλον Σημίτη και ο κατά τα λοιπά καλός «εκσυγχρονισμός» που επιχειρήθηκε από το 1996 έως το 2004. Η αυτοκριτική περιορίζεται σε φράσεις του στυλ «έφταιξα γιατί δεν περιόρισα τις πολλές φωνές, τις στρογγυλοποιήσεις και τα περιβάλλοντα», που σημαίνει ότι και πάλι φταίνε οι «άλλοι»!
Ο Βενιζέλος επισήμανε ότι το Κίνημα δεν είχε σαφές πρόγραμμα και σαφείς προσανατολισμούς. Τα χρόνια όμως που μεσολάβησαν από το 2004 το κύριο μέλημά του ήταν να παρατηρεί ότι ο αρχηγός του είχε λογοτεχνικές αναζητήσεις, ή ότι πού και πού χρειαζόταν ένα αγγλο-ελληνικό λεξικό για να μιλήσει στη Βουλή. Περί των προγραμματικών θέσεων, της ταμπακιέρας δηλαδή, κανένας λόγος, σαν να έχει μεγαλύτερη σημασία ο τρόπος εκφοράς των θέσεων και όχι οι θέσεις αυτές καθ’ αυτές.
Ο τρίτος διεκδικητής θυμίζει λίγο ή πολύ τον Βύρωνα Πολύδωρα, όταν διεκδίκησε την αρχηγία της ΝΔ το 1996. Τότε ζήτησε την αγάπη των όσων συμμετείχαν στην εκλογική διαδικασία και εκείνοι τον ακολούθησαν πιστά! Του έδωσαν την αγάπη τους, ενώ η ψήφος τους πήγε στον Κώστα Καραμανλή ή στο Γιώργο Σουφλιά!
Τη στιγμή όμως που μέρα με τη μέρα οι κατηγορίες αυξάνουν και γίνονται ολοένα πιο προσωπικές και τα χτυπήματα εναλλάσσονται από κάτω από τη μέση σε πισώπλατα και αντίστροφα, ποιος είναι εκείνος που μπορεί να πιστέψει ότι το αποτέλεσμα όλων αυτών θα είναι ένα κατ’ ουσία αναγεννημένο ΠΑΣΟΚ; Πώς θα ξεχαστούν όλα όσα ειπώθηκαν και πώς θα αμβλυνθούν οι διαφορές στην πολιτική; Εκτός βέβαια αν αυτές δεν υπάρχουν ουσιαστικά, αλλά το ζητούμενο από την όλη διαδικασία είναι το ποιος θα έχει μετά τις 18 Νοεμβρίου τον πλήρη έλεγχο στο εσωτερικό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Το πρωταρχικό ζητούμενο για τους δύο κύριους διεκδικητές της αρχηγίας είναι να βγάλουν από πάνω τους τις μέχρι τώρα ταμπέλες: Ο μεν Παπανδρέου να βγάλει τη στάμπα του μονίμως δεύτερου και του «πατέρα άκουσες τα νέα» (όπως πολύ εύστοχα είχε πει η περιβόητη Ντένη Μαρκορά), ο δε Βενιζέλος τη στάμπα του μόνιμου δελφίνου, του νέου Ιζνογκούντ που κινείται υπό το καθεστώς της υπέρμετρης φιλο(ματαιο)δοξίας και των αλλότριων εντολών.
Το αμέσως επόμενο θέμα είναι η δημιουργία μιας ουσιαστικά νέας αρχηγικής ομάδας, γιατί είναι παραπάνω από προφανές ότι οι μορφές του Πάγκαλου, της Διαμαντοπούλου, του Άκη και του Κακλαμάνη, όσο καλτ και αν είναι δεν μπορούν να εκφράσουν ούτε να υλοποιήσουν κάτι διαφορετικό και ελπιδοφόρο.
Το τρίτο και ίσως σημαντικότερο και σαφέστατα αυτό που είχε λείψει μέχρι σήμερα από το ΠΑΣΟΚ είναι το όραμα για τη χώρα. Εδώ που τα λέμε, μέχρι τώρα δεν υπήρχε καν όραμα για το ΠΑΣΟΚ...

Αφορμή για το παραπάνω κείμενο, πέρα από τα όσα έλαβαν χώρα αυτές τις μέρες είναι και το άρθρο της Δήμητρας Κρουστάλλη, στις 30 Σεπτεμβρίου στο Βήμα.

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2007

Ένα έγκλημα με τα δάση βελανιδιάς

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Την ανάγκη αλλαγής του τρόπου διαχείρισης των δασών όπως αυτών της βελανιδιάς, υιοθετώντας άλλες συμπεριφορές που θα αποδίδουν περισσότερο στην αντιμετώπιση του φαινομένου του θερμοκηπίου επισήμαναν ειδικοί επιστήμονες σε ημερίδα για τη συμβολή των δασών στο Πρωτόκολλο του Κιότο.
Μία από αυτές τις αλλαγές όπως την παρουσίασε στην ημερίδα ο καθηγητής Δασολογίας του ΑΠΘ κ Θεοχ. Ζιάγκας είναι η προστασία του δάσους της βελανιδιάς το οποίο αναδεικνύεται σε πολύτιμο φίλτρο για τη συγκράτηση του διοξειδίου του άνθρακα. Ο καθηγητής προτείνει αντί να αποψιλώνονται τα δάση βελανιδιάς στην Ελλάδα για την παραγωγή καυσόξυλων ευτελούς αξίας να μένουν ανέπαφα να μεγαλώνουν και να αναπτύσσονται, για να κατακρατούν το διοξείδιο του άνθρακα (το κυρίαρχο απ’ τα αέρια του θερμοκηπίου), αφού έχουν την ικανότητα να κρατούν 20 φορές περισσότερο απ’ ό,τι τα άλλα δάση. Για την Ελλάδα είναι αξιοπρόσεκτη αυτή η παράμετρος διότι όπως εξήγησε ο καθηγητής οι βελανιδιές αποτελούν περίπου το 1/3 της συνολικής δασικής έκτασης στη χώρα, η οποία λόγω των καταστροφικών πυρκαγιών έχει πέσει στο 25% ενώ θεωρητικά θα μπορούσε να φτάνει το 75%.
«Σήμερα τα δάση βελανιδιάς στη χώρα μας υλοτομούνται αποψιλωτικά ανά 20 χρόνια, και επειδή οι βελανιδιές δεν προλαβαίνουν σ’ αυτό το διάστημα ν αναπτυχθούν, το ξύλο τους καταλήγει μόνο για τα καυσόξυλα η πώληση των οποίων συνήθως δεν καλύπτει ούτε τα έξοδα υλοτόμησης κι εξαγωγής, ενώ θα μπορούσαμε να έχουμε τεράστια περιβαλλοντικά και οικονομικά οφέλη τη στιγμή που η χώρα μας είναι στο... κόκκινο κι αγοράζει δικαιώματα εκπομπών αερίων», ανέφερε ο ίδιος.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε το Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2007, στην Καθημερινή

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2007

Εθνικός Δρυμός Πάρνηθας

Λόγω της μεγάλης καταστροφής που προκάλεσε η πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στις 28-06-2007 στην περιοχή του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας το οικοσύστημα υπέστη σοβαρές ζημίες, μ’ αποτέλεσμα να αλλάξει η μορφή του και ως εκ τούτου οι πολύτιμες πληροφορίες που υπάρχουν στην ιστοσελίδα αυτή θα πρέπει να αλλάξουν.
Ευχαριστούμε για την κατανόησή σας και σύντομα θα είμαστε και πάλι κοντά σας με νέες χρήσιμες πληροφορίες και με τα μέτρα που θα ληφθούν για την προστασία του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας.
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ
ΔΑΣΑΡΧΕΙΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ
Λεωφ. Θρακομακεδόνων 142, Αχαρνές.
Τ.Κ. 13601
Τηλ.: 210 2434061-3
fax.: 210 2434064

Αυτή είναι η ανακοίνωση που βρίσκεται πλέον στον επίσημο δικτυακό τόπο του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας

Ανοιχτό μυαλό, αδέσμευτος ψυχισμός

του Χρήστου Γιανναρά

Τελικά ό,τι ονομάζουμε «ποιότητα» του ανθρώπου δεν είναι ένας αφηρημένος χαρακτηρισμός, υποκειμενική εκτίμηση (ή «αίσθηση») αντικειμενικά ανεπίδεκτη αιτιολόγησης. Σίγουρα δεν είναι η ποιότητα συνάρτηση ή σύνθεση μετρητών συντελεστών, όπως, λ.χ., οι σπουδές, η ενασχόληση με την τέχνη, η τεταμένη ευαισθησία, το επίπεδο των κοινωνικών αναστροφών, τα ταξίδια. Αιωρείται οδυνηρά αναπάντητο το ερώτημα του George Steiner: «Πώς γίνεται ανθρώπινα πλάσματα να εκτελούν μεταρσιωμένοι Μπαχ ή Σούμπερτ το βράδυ, και το επόμενο πρωί να βασανίζουν φρικιαστικά συνανθρώπους τους;».

Αξίζει να δοκιμάσει ο καθένας μας, (να επιχειρήσει εμπειρική επαλήθευση ή διάψευση) ένα πολύ συγκεκριμένο και πρακτικό κριτήριο προσδιορισμού της ανθρώπινης ποιότητας: Την ετοιμότητα αυτοαμφισβήτησης, ετοιμότητα παραίτησης από βεβαιότητες, κριτικού ελέγχου των ψυχολογικών επιλογών και των ιδεολογικών πεποιθήσεων. Το κριτήριο «να επιδιώκει ο άνθρωπος, να φανερώνει και να καλλιεργεί μιαν αξιοκρατία του απρόβλεπτου», με τα λόγια και πάλι του Steiner.
Βέβαια, ένα τέτοιο κριτήριο προσδιορισμού της ανθρώπινης ποιότητας, αν επαληθευθεί και ισχύει, ίσως μας βυθίσει σε πανικό: Στην ελλαδική κοινωνία μας σήμερα μοιάζει να αξιολογούνται οι άνθρωποι, να προωθούνται σε υψηλές θέσεις και να κερδίζουν δημοσιότητα, φήμη, προβολή, μόνο ανάλογα με την αυτοβεβαιότητα που διαθέτουν, τον αέρα του αλάθητου και την αράγιστη θωράκισή τους σε ασάλευτες πεποιθήσεις. Αν η ετοιμότητα αυτοαμφισβήτησης, το ανοιχτό μυαλό και ο αδέσμευτος ψυχισμός είναι το κριτήριο της ανθρώπινης ποιότητας, τότε η ελλαδική κοινωνία σήμερα εμφανίζεται εντελώς άποια, παγιδευμένη μετά ηδονής σε επίπεδο κατώτατης υποστάθμης.
Αυτή η πιστοποίηση συνάγεται τεκμηριωμένα όχι από δημοσκοπήσεις και στατιστικές μετρήσεις, αλλά από την εικόνα της ελλαδικής κοινωνίας που προβάλλουν οι τηλεοράσεις, τα ραδιόφωνα, ο Τύπος. Πολιτικοί αρχηγοί κομματικά στελέχη, βουλευτές και πολιτευόμενοι θεωρούν αυτονόητο προσόν τη γελοιότητα των κομπασμών, την παιδαριωδία των αλαζονικών βεβαιοτήτων. Κόπτονται και φωνασκούν, μόνο εξαγγελτικά, δίχως το παραμικρό λογικό επιχείρημα ή αποδεικτικό δεδομένο, ότι το κόμμα τους είναι το αδιαμφισβήτητα υπέρτερο, ο αρχηγός τους ανυπέρβλητος, ο εκλογικός τους θρίαμβος απόλυτα εξασφαλισμένος προκαταβολικά.
Τέτοια μικρονοϊκή καυχησιολογία αν εμφανιστεί σε ιδιωτική συντροφιά, θα την αντιπαρέλθουμε όλοι με συγκαταβατικά χαμόγελα και οίκτο για τον αυτουργό. Ομως, στην ελλαδική κοινωνία σήμερα αυτή είναι το κυρίαρχο μοντέλο δημόσιας συμπεριφοράς. Το αναπαράγουν νυχθημερόν οι τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα, το ανέχεται και το δικαιώνει ο Τύπος. Με αποτέλεσμα, τεράστιες μάζες ανθρώπων, ακόμη σήμερα, ύστερα από τόσην εμπειρία της ανικανότητας, της ιδιοτέλειας, της διαφθοράς και του λακεδισμού των επαγγελματιών της πολιτικής, να βγαίνουν στις πλατείες, με σημαίες και καραμούζες, για να αποθεώσουν ανθρώπους που δεν θα τους ανέθετε ποτέ κανείς «ούτε τη διαχείριση περιπτέρου» (Χαρίδ. Τσούκος). Είναι ή όχι βυθισμένη σε κατώτατη υποστάθμη ποιοτικών αξιολογήσεων η ελλαδική κοινωνία;
Το κυρίαρχο μοντέλο αλαζονικής αυτοβεβαιότητας και γελοιώδους αλαθήτου το πιθηκίζουν στερεότυπα οι κάπηλοι του συνδικαλισμού. Κάθε βάναυσο, αντικοινωνικό τους ενέργημα το δικαιολογούν ως «μέσο» που το «αγιάζει ο σκοπός», αλλά ο «σκοπός» είναι μόνο λέξεις ηχηρές, κενές από κάθε αντίκρισμα πραγματικότητας. Τα «κοινωνικού κόστους» σαδιστικά ενεργήματα που τιτλοφορούνται στην Ελλάδα «συνδικαλισμός», είναι ασφαλώς τα «μέσα» στην επιδίωξη της ωμής ιδιοτέλειας των ηγητόρων, της αναρρίχησής τους σε θώκους βουλευτικούς και υπουργικούς.
Στους αντίποδες του κριτηρίου της ποιότητας, κορυφαία αναπαραγωγή του μοντέλου των κομπασμών και της κωμικής καυχησιολογίας μετέρχονται και τα τηλεοπτικά κανάλια: Επαγγέλλονται «εγκυρότητα, αξιοπιστία και σοβαρότητα, σφαιρική και ουσιώδη πληροφόρηση, μετάδοση μόνο διασταυρωμένων ειδήσεων, αποκάλυψη της αλήθειας όσο ενοχλητική και αν είναι». Διαφημίζουν τέτοια ποιότητα κανάλια που λειτουργούν με προκλητική, χυδαία μεροληψία, με δημοσιογραφικό πρωτογονισμό κομματικής στράτευσης. Εχουν μεταβάλει τα δελτία ειδήσεων σε θέαμα ευτελέστατου και μικρονοϊκού λαϊκισμού, φτηνιάρικο καβγά ασυμμάζευτης εμπάθειας, οιηματικών ακκισμών, χλεύης, συκοφαντικών υπαινιγμών. Και η ελλαδική κοινωνία ανταμείβει αυτήν την υποστάθμη με πρωτιές τηλεθέασης.
Σε ευρύτατα κοινωνικά στρώματα, κυρίως όμως στην πολιτική, δημοσιογραφική, καλλιτεχνική και πανεπιστημιακή αρένα, όπου η «επιτυχία» κερδίζεται με ανθρωποφάγο ανταγωνισμό, η περιθωριοποίηση της ποιότητας κατορθώνεται με τη μέθοδο της ετικέτας: Ο επικίνδυνος λόγω της ποιοτικής του υπεροχής παραμερίζεται για τους μεν ως «δεξιός», «συντηρητικός», «σκοταδιστής», «εθνικιστής», για του δε απλώς ως «μη-δικός μας». Ολοι ξέρουν ότι η λέξη «δεξιός» είναι εντελώς άδεια από κάθε περιεχόμενο, ότι η Ελλάδα γνώρισε τον συνεπέστερο καπιταλισμό με «σοσιαλιστική» κυβέρνηση και την προκλητικότερη αρνησιπατρία με δεξιά καραμανλική κυβέρνηση. Ομως στα γραφεία των εφημερίδων, στους διαδρόμους των πανεπιστημίων, στους ψιθύρους των τηλεοπτικών θαλάμων, στα κυβερνητικά παρασκήνια, η ποιότητα εξοντώνεται, περιφρονείται, θάβεται μόνο με την κενή λεξούλα μιας αυθαίρετης ετικέτας: «δεξιός» ή «όχι δικός μας».
Περίπου στο σύνολό της η ελλαδική κοινωνία, δεκαετίες τώρα, αποδίδει την πολιτική κακοδαιμονία της χώρας σε κάποια δόλια δημοσιογραφικά συγκροτήματα που ελέγχουν παρασκηνιακά την εξουσία. Οι Ελληνες μιλάνε με βδελυγμία γι’ αυτά τα συγκροτήματα, αλλά συντηρούν τις εφημερίδες των συγκροτημάτων πρώτες σε κυκλοφορία και τα τηλεοπτικά τους κανάλια πρώτα σε τηλεθέαση. Κάθε δημοσιογραφική καινοτομία αυτών των συγκροτημάτων θα την αντιγράψουν αμέσως όλες οι εφημερίδες, χωρίς ούτε τη στοιχειώδη φιλοδοξία πρωτοτυπίας, δημιουργικής παραλλαγής.
Οταν όμως χρειαστεί, για λόγους μη φανερούς, ένας έκτακτης ευφυΐας πολιτικός να περιθωριοποιηθεί, τότε επιστρατεύεται αμέσως η ετικέτα «άνθρωπος των συγκροτημάτων». Παρακάμπτεται η τεράστια ποιοτική διαφορά από τον αντίπαλο, διαφορά οξύνοιας, καλλιέργειας, ηγετικής παρουσίας, ακυρώνεται η σύγκριση χάρη στην επιδέξια ετικέτα. Και διερωτάται ο νηφάλιος πολίτης, ποιοι παράγοντες έχουν συμφέρον να διατηρούν τη μειονεκτική μετριότητα στην ηγεσία των κομμάτων επιστρατεύοντας ετικέτες.
Η ελλαδική κοινωνία δεν έχει κριτήρια ούτε της πιο «χονδρικής» διάκρισης ποιοτήτων. Πορεύεται τυφλά.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε την Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2007 στην Καθημερινή της Κυριακής