Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιανναράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιανναράς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2007

Ανοιχτό μυαλό, αδέσμευτος ψυχισμός

του Χρήστου Γιανναρά

Τελικά ό,τι ονομάζουμε «ποιότητα» του ανθρώπου δεν είναι ένας αφηρημένος χαρακτηρισμός, υποκειμενική εκτίμηση (ή «αίσθηση») αντικειμενικά ανεπίδεκτη αιτιολόγησης. Σίγουρα δεν είναι η ποιότητα συνάρτηση ή σύνθεση μετρητών συντελεστών, όπως, λ.χ., οι σπουδές, η ενασχόληση με την τέχνη, η τεταμένη ευαισθησία, το επίπεδο των κοινωνικών αναστροφών, τα ταξίδια. Αιωρείται οδυνηρά αναπάντητο το ερώτημα του George Steiner: «Πώς γίνεται ανθρώπινα πλάσματα να εκτελούν μεταρσιωμένοι Μπαχ ή Σούμπερτ το βράδυ, και το επόμενο πρωί να βασανίζουν φρικιαστικά συνανθρώπους τους;».

Αξίζει να δοκιμάσει ο καθένας μας, (να επιχειρήσει εμπειρική επαλήθευση ή διάψευση) ένα πολύ συγκεκριμένο και πρακτικό κριτήριο προσδιορισμού της ανθρώπινης ποιότητας: Την ετοιμότητα αυτοαμφισβήτησης, ετοιμότητα παραίτησης από βεβαιότητες, κριτικού ελέγχου των ψυχολογικών επιλογών και των ιδεολογικών πεποιθήσεων. Το κριτήριο «να επιδιώκει ο άνθρωπος, να φανερώνει και να καλλιεργεί μιαν αξιοκρατία του απρόβλεπτου», με τα λόγια και πάλι του Steiner.
Βέβαια, ένα τέτοιο κριτήριο προσδιορισμού της ανθρώπινης ποιότητας, αν επαληθευθεί και ισχύει, ίσως μας βυθίσει σε πανικό: Στην ελλαδική κοινωνία μας σήμερα μοιάζει να αξιολογούνται οι άνθρωποι, να προωθούνται σε υψηλές θέσεις και να κερδίζουν δημοσιότητα, φήμη, προβολή, μόνο ανάλογα με την αυτοβεβαιότητα που διαθέτουν, τον αέρα του αλάθητου και την αράγιστη θωράκισή τους σε ασάλευτες πεποιθήσεις. Αν η ετοιμότητα αυτοαμφισβήτησης, το ανοιχτό μυαλό και ο αδέσμευτος ψυχισμός είναι το κριτήριο της ανθρώπινης ποιότητας, τότε η ελλαδική κοινωνία σήμερα εμφανίζεται εντελώς άποια, παγιδευμένη μετά ηδονής σε επίπεδο κατώτατης υποστάθμης.
Αυτή η πιστοποίηση συνάγεται τεκμηριωμένα όχι από δημοσκοπήσεις και στατιστικές μετρήσεις, αλλά από την εικόνα της ελλαδικής κοινωνίας που προβάλλουν οι τηλεοράσεις, τα ραδιόφωνα, ο Τύπος. Πολιτικοί αρχηγοί κομματικά στελέχη, βουλευτές και πολιτευόμενοι θεωρούν αυτονόητο προσόν τη γελοιότητα των κομπασμών, την παιδαριωδία των αλαζονικών βεβαιοτήτων. Κόπτονται και φωνασκούν, μόνο εξαγγελτικά, δίχως το παραμικρό λογικό επιχείρημα ή αποδεικτικό δεδομένο, ότι το κόμμα τους είναι το αδιαμφισβήτητα υπέρτερο, ο αρχηγός τους ανυπέρβλητος, ο εκλογικός τους θρίαμβος απόλυτα εξασφαλισμένος προκαταβολικά.
Τέτοια μικρονοϊκή καυχησιολογία αν εμφανιστεί σε ιδιωτική συντροφιά, θα την αντιπαρέλθουμε όλοι με συγκαταβατικά χαμόγελα και οίκτο για τον αυτουργό. Ομως, στην ελλαδική κοινωνία σήμερα αυτή είναι το κυρίαρχο μοντέλο δημόσιας συμπεριφοράς. Το αναπαράγουν νυχθημερόν οι τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα, το ανέχεται και το δικαιώνει ο Τύπος. Με αποτέλεσμα, τεράστιες μάζες ανθρώπων, ακόμη σήμερα, ύστερα από τόσην εμπειρία της ανικανότητας, της ιδιοτέλειας, της διαφθοράς και του λακεδισμού των επαγγελματιών της πολιτικής, να βγαίνουν στις πλατείες, με σημαίες και καραμούζες, για να αποθεώσουν ανθρώπους που δεν θα τους ανέθετε ποτέ κανείς «ούτε τη διαχείριση περιπτέρου» (Χαρίδ. Τσούκος). Είναι ή όχι βυθισμένη σε κατώτατη υποστάθμη ποιοτικών αξιολογήσεων η ελλαδική κοινωνία;
Το κυρίαρχο μοντέλο αλαζονικής αυτοβεβαιότητας και γελοιώδους αλαθήτου το πιθηκίζουν στερεότυπα οι κάπηλοι του συνδικαλισμού. Κάθε βάναυσο, αντικοινωνικό τους ενέργημα το δικαιολογούν ως «μέσο» που το «αγιάζει ο σκοπός», αλλά ο «σκοπός» είναι μόνο λέξεις ηχηρές, κενές από κάθε αντίκρισμα πραγματικότητας. Τα «κοινωνικού κόστους» σαδιστικά ενεργήματα που τιτλοφορούνται στην Ελλάδα «συνδικαλισμός», είναι ασφαλώς τα «μέσα» στην επιδίωξη της ωμής ιδιοτέλειας των ηγητόρων, της αναρρίχησής τους σε θώκους βουλευτικούς και υπουργικούς.
Στους αντίποδες του κριτηρίου της ποιότητας, κορυφαία αναπαραγωγή του μοντέλου των κομπασμών και της κωμικής καυχησιολογίας μετέρχονται και τα τηλεοπτικά κανάλια: Επαγγέλλονται «εγκυρότητα, αξιοπιστία και σοβαρότητα, σφαιρική και ουσιώδη πληροφόρηση, μετάδοση μόνο διασταυρωμένων ειδήσεων, αποκάλυψη της αλήθειας όσο ενοχλητική και αν είναι». Διαφημίζουν τέτοια ποιότητα κανάλια που λειτουργούν με προκλητική, χυδαία μεροληψία, με δημοσιογραφικό πρωτογονισμό κομματικής στράτευσης. Εχουν μεταβάλει τα δελτία ειδήσεων σε θέαμα ευτελέστατου και μικρονοϊκού λαϊκισμού, φτηνιάρικο καβγά ασυμμάζευτης εμπάθειας, οιηματικών ακκισμών, χλεύης, συκοφαντικών υπαινιγμών. Και η ελλαδική κοινωνία ανταμείβει αυτήν την υποστάθμη με πρωτιές τηλεθέασης.
Σε ευρύτατα κοινωνικά στρώματα, κυρίως όμως στην πολιτική, δημοσιογραφική, καλλιτεχνική και πανεπιστημιακή αρένα, όπου η «επιτυχία» κερδίζεται με ανθρωποφάγο ανταγωνισμό, η περιθωριοποίηση της ποιότητας κατορθώνεται με τη μέθοδο της ετικέτας: Ο επικίνδυνος λόγω της ποιοτικής του υπεροχής παραμερίζεται για τους μεν ως «δεξιός», «συντηρητικός», «σκοταδιστής», «εθνικιστής», για του δε απλώς ως «μη-δικός μας». Ολοι ξέρουν ότι η λέξη «δεξιός» είναι εντελώς άδεια από κάθε περιεχόμενο, ότι η Ελλάδα γνώρισε τον συνεπέστερο καπιταλισμό με «σοσιαλιστική» κυβέρνηση και την προκλητικότερη αρνησιπατρία με δεξιά καραμανλική κυβέρνηση. Ομως στα γραφεία των εφημερίδων, στους διαδρόμους των πανεπιστημίων, στους ψιθύρους των τηλεοπτικών θαλάμων, στα κυβερνητικά παρασκήνια, η ποιότητα εξοντώνεται, περιφρονείται, θάβεται μόνο με την κενή λεξούλα μιας αυθαίρετης ετικέτας: «δεξιός» ή «όχι δικός μας».
Περίπου στο σύνολό της η ελλαδική κοινωνία, δεκαετίες τώρα, αποδίδει την πολιτική κακοδαιμονία της χώρας σε κάποια δόλια δημοσιογραφικά συγκροτήματα που ελέγχουν παρασκηνιακά την εξουσία. Οι Ελληνες μιλάνε με βδελυγμία γι’ αυτά τα συγκροτήματα, αλλά συντηρούν τις εφημερίδες των συγκροτημάτων πρώτες σε κυκλοφορία και τα τηλεοπτικά τους κανάλια πρώτα σε τηλεθέαση. Κάθε δημοσιογραφική καινοτομία αυτών των συγκροτημάτων θα την αντιγράψουν αμέσως όλες οι εφημερίδες, χωρίς ούτε τη στοιχειώδη φιλοδοξία πρωτοτυπίας, δημιουργικής παραλλαγής.
Οταν όμως χρειαστεί, για λόγους μη φανερούς, ένας έκτακτης ευφυΐας πολιτικός να περιθωριοποιηθεί, τότε επιστρατεύεται αμέσως η ετικέτα «άνθρωπος των συγκροτημάτων». Παρακάμπτεται η τεράστια ποιοτική διαφορά από τον αντίπαλο, διαφορά οξύνοιας, καλλιέργειας, ηγετικής παρουσίας, ακυρώνεται η σύγκριση χάρη στην επιδέξια ετικέτα. Και διερωτάται ο νηφάλιος πολίτης, ποιοι παράγοντες έχουν συμφέρον να διατηρούν τη μειονεκτική μετριότητα στην ηγεσία των κομμάτων επιστρατεύοντας ετικέτες.
Η ελλαδική κοινωνία δεν έχει κριτήρια ούτε της πιο «χονδρικής» διάκρισης ποιοτήτων. Πορεύεται τυφλά.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε την Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2007 στην Καθημερινή της Κυριακής

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2007

Η κενότητα αντιμέτωπη με την καπηλεία

του Xρήστου Γιανναρά
Σε αυτό το ελάχιστο της Δημοκρατίας που είναι ο εμπορευματοποιημένος κοινοβουλευτισμός, κατορθώνει η κοινωνία να εκφράζεται με την ποσόστωση προτιμήσεων έστω και από ευτελέστατο δυναμικό πολιτικών της δυνάμεων. Κατά τούτο, το αποτέλεσμα των εκλογών της 16ης Σεπτεμβρίου 2007, με τη γλώσσα των αριθμών, γλώσσα των ποσοστώσεων, ήταν ελπιδοφόρο.
Η ψήφος των πολιτών χάρισε στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ισχυρό ράπισμα αφύπνισης, αφορμή και πρόσχημα για αλλαγή, επιτέλους, της ηγεσίας του. Ο προκλητικά ολίγιστος αρχηγός υποχρεώνεται να περάσει στο περιθώριο. Αν τον διαδεχθεί ο μάλλον επικρατέστερος, άκρως προσοντούχος Θεσσαλονικέας δελφίνος, το επίπεδο των απαιτήσεων θα μεταβληθεί ριζικά στο σύνολο πολιτικό πεδίο – όχι μόνο στο συγκεκριμένο κόμμα. Θα απαιτούνται άλλοι δείκτες ευφυΐας για να αντέξει κανείς ηγετικές ευθύνες σε οποιοδήποτε κόμμα. Και η ευφυΐα, έστω μακιαβελική, αν συνδυάζεται με δημιουργικές φιλοδοξίες και αντανακλαστικά πολύπλευρης καλλιέργειας, είναι ασύγκριτα προτιμότερη από τη μετριότητα, έστω την ηθικότερη.
Εναλλακτική λύση μη χείρων για την ανάθεση της εξουσίας δεν υπήρχε. Ετσι η εντολή διακυβέρνησης παρέμεινε στους δραματικά ανεπαρκείς, αλλά με ποσοστά που τους εξαναγκάζουν να σοβαρευτούν (αν εκβιάζεται η σοβαρότητα). Αν, λ.χ., δεν εξασφαλίσουν με άψογη επιτελική οργάνωση τη δημόσια τάξη, την απρόσκοπτη λειτουργία της ζωής στην πρωτεύουσα, αν συνεχίσουν θρασύτατες μειοψηφίες να καταλύουν στους δρόμους τη δημοκρατία, θα οδηγηθεί και η κυβέρνηση συντομότατα σε ντροπιαστική πτώση. Αν δεν αναζητήσουν, ούτε τώρα, κοινωνικούς στόχους για την εκπαιδευτική τους πολιτική, αν δεν διαφοροποιηθούν από τον μεταπρατικό, επαρχιώτικο μηδενισμό των «προοδευτικών» αντιπάλων τους, θα εξαναγκαστούν σε παραίτηση όταν σχολειά και πανεπιστήμια θα είναι και πάλι φέουδα θριαμβικής κυριαρχίας ψυχανώμαλων υπερασπιστών της αγραμματοσύνης και της αναίδειας.
Κορυφαίο συναγόμενο ελπίδας η βούληση των ψηφοφόρων να εξοβελίσουν από το κοινοβούλιο τη μέχρι χθες υπουργό Παιδείας. Για μια επιπλέον φορά η ελλαδική κοινωνία δήλωσε με την απερίφραστη γλώσσα των ψήφων τα όρια της ανοχής της. Ανέχεται συμπλεγματικούς ή όποιας άλλης αιτιολογίας ακκισμούς αρνησιπατρίας και τάχα κοσμοπολιτισμού, αλλά όχι απεριόριστα. Η ελλαδική κοινωνία, κατά ένα κρίσιμο για το εκλογικό αποτέλεσμα ποσοστό, αντλεί αυτοσεβασμό και αξιοπρέπεια από την ιστορική της ταυτότητα, τη νοσταλγία για την άλλοτε πολιτιστική της ιδιοπροσωπία, την άλλοτε γλώσσα της, τα σημάδια που άφησε στον στίβο του ανθρώπινου πολιτισμού η μεταφυσική της αναζήτηση. Αυτά όλα η πρώην υπουργός Παιδείας τα δολιεύτηκε. Και η ψήφος των πολιτών την έστειλε σπίτι της.
Την ανοχή τους απέναντι στην υπονόμευση του συλλογικού αυτοσεβασμού, των ερεισμάτων αξιοπρέπειας, την οριοθέτησαν οι ψηφοφόροι και με το να δώσουν είσοδο στη Βουλή σε ένα κόμμα που κραυγάζει, σχεδόν κωμικά, τον καιροσκοπικό εθνικισμό και την τάχα φιλορθοδοξία του. Ισως δεν είχε άλλο τρόπο το εκλογικό σώμα να διαδηλώσει τον θυμό του για τη συμπλεγματική επαρχιωτίλα της αρνησιπατρίας και για τον απροκάλυπτο λακεδισμό των κομμάτων εξουσίας.
Πάντως, για νουνεχείς πολίτες, είναι σίγουρη ντροπή να υπερασπίζει η καπηλεία την ελλείπουσα γνησιότητα όταν πρόκειται για τα μέγιστα και τίμια της ελληνικότητας, δηλαδή του πολιτισμού. Σε κατ’ επίφασιν ελληνεπώνυμο κοινοβούλιο.
Αυτόν τον θυμό κρίσιμης μερίδας ψηφοφόρων προσπάθησαν τα κόμματα εξουσίας να τον κατευνάσουν προεκλογικά με ρητορική ψευδολογία. Και τα δυο βρέθηκαν να πιπιλάνε τη λέξη «Ελλάδα»: Το ένα βεβαιώνοντας «Μαζί πάμε την Ελλάδα μπροστά», το άλλο αναμηρυκάζοντας «Μαζί για την Ελλάδα». Αν οποιοσδήποτε άλλος, σε συνθήκες μη προεκλογικές, ανέφερε τη λέξη «Ελλάδα» ή «πατρίδα» στα κομματικά περιβάλλοντα εξουσίας, η χλεύη και οι προπηλακισμοί θα σηκώνονταν σύννεφο: Ο «ελληνάρας», ο «εθνικιστής», ίσως και ο «φασίστας» θα ήταν τα κοσμητικά επίθετα που θα εισέπραττε ο τολμητίας. Ομως για προεκλογικό παραμύθιασμα των αφελών, με τη λέξη «Ελλάδα» σαν φύλλο συκής, συνθηματολογούσαν ακόμα και οι πειθήνιοι προπαγανδιστές της Πλεκτάνης Ανάν όσο και οι ασύστολοι αμύντορες του θλιβερού βιβλίου Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού.
Το εκλογικό σώμα προέκρινε το μη χείρον: Να δώσει οριακή πλειοψηφία στους δραματικά ανίκανους. Ωστόσο, η εύνοια δεν επηρέασε τους ευνοηθέντες, φάνηκε αυτό ολοφάνερα στη συγκρότηση του καινούργιου κυβερνητικού σχήματος: Κυριάρχησαν και πάλι φτηνές, μικρονοϊκές σκοπιμότητες εσωκομματικών ισορροπιών. Φανερός στόχος όχι η ποιότητα η ικανή να αναμετρηθεί με τις ουσιώδεις ανάγκες, αλλά απλώς η ανακύκλωση των φθαρμένων. Η πορεία είναι επομένως προδιαγεγραμμένη. Ενα κόμμα που εξέφερε λόγο προεκλογικό ανατριχιαστικής κενότητας, χωρίς το παραμικρό σημάδι καινοτόμου τόλμης, δημιουργικής έμπνευσης, ετοιμότητας για γόνιμες ρήξεις, λόγο που προϋπέθετε τον άνθρωπο μόνο σαν πεπτικό σωλήνα, αυτό το κόμμα θα κληθεί ως κυβέρνηση να αναμετρηθεί με τον αδίστακτο αμοραλισμό και την προγραμματισμένη βία μιας γιγαντωμένης στο κοινοβούλιο πλαστογραφίας της Αριστεράς.
Αριστερά σημαίνει κοινωνιοκεντρικές, όχι ατομοκεντρικές (ατομικών συμφερόντων: οικονομικών ή ψυχολογικών - βιτσιόζικων) προτεραιότητες. Οχι οι λίγοι να ηδονίζονται βασανίζοντας τους πολλούς, όχι τους νόμους να τους ορίζει η βία των μειοψηφιών στους δρόμους. Απαθέστατοι και ολίγιστοι οι ηγέτες των «κομμάτων εξουσίας» άκουγαν στο προεκλογικό «ντιμπέιτ» των «πολιτικών αρχηγών» τους δύο εκπροσώπους της συντεχνιακής καπηλείας να εμφανίζουν σαν «Αριστερά» ωμή αντικοινωνική θρασύτητα και απειλητικό τσαμπουκά:«Τι σημασία έχουν οι νόμοι που ψηφίζει η Βουλή, τους νόμους τους ανατρέπει ο λαός στους δρόμους»!
Και δεν βρέθηκε εκείνη τη στιγμή ένας από τους πολιτικούς ή τους δημοσιογράφους με στοιχειώδη δημοκρατική ευαισθησία, να ζητήσει εισαγγελική παρέμβαση και ετυμηγορία Συνταγματικού Δικαστηρίου για τη δυνατότητα να καλύπτει ο νόμος τη συμμετοχή στις εκλογές «κομμάτων» που αρνούνται τον νόμο, χλευάζουν την αρχή της πλειοψηφίας, απορρίπτουν προγραμματικά τους όρους λειτουργίας του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Κυρίως, «κομμάτων» που ευτελίζουν και ατιμάζουν το κοινωνιοκεντρικό όραμα της Αριστεράς, τη θυσιαστική ανιδιοτέλεια των μαρτύρων αυτού του οράματος, για χάρη ελεεινών συνασπισμένων συμφερόντων εξουσιολαγνείας και βολέματος.
Η ετυμηγορία του εκλογικού σώματος συνετή, αλλά ο χειμώνας προμηνύεται βαρύς. Η χώρα είναι κυριολεκτικά και μεταφορικά καμένη, η μεθοδική υποβάθμιση της κατά κεφαλήν καλλιέργειας αρχίζει να δίνει καρπούς εφιαλτικούς.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε την Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2007 στην Καθημερινή της Κυριακής